ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΝΗ

Νοέ 21 , 2014 από

Panagia_h_Akrwthrianh

Η Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Ακρωτηριανής και Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Τοπλού Σητείας, που βρίσκεται στο βορειοανατολικότερο άκρο της Κρήτης, αποτελεί μια από τις αρχαιότερες και ιστορικότερες Μονές της νήσου με πολυκύμαντη πορεία μέσα στο διάβα των αιώνων. Είναι κτισμένη σε ένα πλάτεμα, περίπου 18 χιλιόμετρα ανατολικά της Σητείας, στο δρόμο προς το φοινικόδασος του Βάϊ.

Είναι το μεγαλύτερο και το πιο χαρακτηριστικό μοναστήρι οχυρωματικού τύπου στην Ανατολική Κρήτη, που η ίδρυσή του χρονολογείται τον 14ο αιώνα, σύμφωνα και με τη μαρτυρία των υπολειμμάτων του τοιχογραφικού διάκοσμου στο αρχικό καθολικό. Πάνω από τον συμπαγή όγκο του φρουρίου δεσπόζει το επιβλητικό καμπαναριό με διακόσμηση αναγεννησιακού τύπου, που υψώνεται στη δυτική πλευρά, πάνω από την κεντρική πύλη. Το φρουριακής μορφής Μοναστήρι προσέφερε την δυνατότητα προστασίας και άμυνας σε δύσκολες εποχές, αφού από την εποχή του Μεσαίωνα είχε δεχτεί αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές και λεηλασίες, που κορυφώθηκαν την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Το Μοναστήρι του Τοπλού περιλαμβάνει όλους τους αναγκαίους λειτουργικούς χώρους της Μονής και αναπτύσσεται γύρω από την εσωτερική αυλή σε τρεις ορόφους με επάλξεις, καλύπτοντας έκταση 800 περίπου τετραγωνικών μέτρων. Η οικοδόμησή του έγινε στα τελευταία χρόνια της Ενετοκρατίας, όπου ήταν φανερή η επερχόμενη τουρκική απειλή. Επίσης, η δημιουργία φρουρίου στο Μοναστήρι σχετίζεται με τη θέση της στην έρημη και δύσβατη ανατολική πλευρά του νησιού. Ο παλαιός ναός, εκείνος που κατά την παράδοση αποτελούσε τον πρώτο χώρο λατρείας στην περιοχή, βρισκόταν εκτός του φρουριακού συγκροτήματος. Όπως δείχνουν τα ερείπια που σώζονται σήμερα, πρόκειται για μικρή τοιχογραφημένη μονόκλιτη εκκλησία που βρισκόταν ανατολικά της Μονής, πολύ κοντά στο εξωτερικό τείχος. Ο ναός που χρησιμοποιείται σήμερα ως καθολικό είναι δίκλιτος και βρίσκεται στη νοτιοανατολική γωνιά του εσωτερικού περιβόλου του κτηριακού συγκροτήματος, όπου είναι ενσωματωμένος. Το ένα κλίτος υπήρχε πολύ πριν από την οικοδόμηση του φρουρίου, όπως φαίνεται από τον τοιχογραφικό του διάκοσμο, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι στην ίδια θέση προϋπήρχε μικρός ναός αφιερωμένος στην Παναγία. Γύρω απ’ αυτό το κλίτος άρχισε να οικοδομείται το συγκρότημα και η αύξηση των μοναστών επέβαλε την επέκταση του καθολικού. Έτσι οικοδομήθηκε το δεύτερο κλίτος το νότιο, που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Η πρόσοψη έχει μορφή αετωματική αναγεννησιακού τύπου.
Το καθολικό της Μονής είναι κτισμένο στη θέση « Αγιόνερο». Σύμφωνα με την παράδοση, στη θέση του καθολικού προϋπήρχε ναός, τα ερείπια του οποίου διακρίνονται μπροστά από τη μικρή σπηλαιώδη κοιλότητα. Το σπήλαιο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ναού και σύμφωνα με την παράδοση ο ναός αυτός -κτίσμα ίσως του 10ου αι.- υπήρχε πριν την τοιχογράφηση του βόρειου κλίτους της Μονής (14ο αι.). Το καθολικό, που ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο της μονόχωρης καμαροσκέπαστης εκκλησίας και βρίσκεται στην νοτιοανατολική γωνιά της ορθογώνιας εσωτερικής αυλής, επεκτάθηκε προς τα ανατολικά με τη διεύρυνση του Ιερού Βήματος και προς τα νότια με την προσθήκη κλίτους ιδίου αρχιτεκτονικού τύπου με το βόρειο. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού παρέχει την αρχαιότερη μαρτυρία για το ότι ήταν από παλιά συγκροτημένο μοναστήρι. Σημαντικό είναι επίσης και το τέμπλο του καθολικού, όπου υπάρχουν αξιόλογες βυζαντινές εικόνες. Τα κελλιά κτίστηκαν ενσωματωμένα στο φρούριο για να εξοικονομηθεί χώρος και δίνει την εντύπωση ότι το εξωτερικό τείχος έχει πλάτος πολλών μέτρων.

Η Μονή είχε δύο επάλληλες εισόδους. Περνώντας δηλαδή τη μεγάλη εξωτερική πύλη βρισκόταν στην εξωτερική αυλή. Εκεί υπήρχαν οι χώροι για τις πιο οχυρές δραστηριότητες. Η εξωτερική πύλη ήταν στο βάθος μιας θολωτής στοάς. Η δεύτερη πόρτα βρίσκεται στο κυρίως μοναστηριακό κτήριο και ονομάζεται «πόρτα του τροχού», που ήταν πολύ βαριά και δεν άνοιγε εύκολα. Πήρε την ονομασία της από ένα τροχό που διευκόλυνε τον καλόγηρο που ήταν επιφορτισμένος με το άνοιγμα η το κλείσιμό της. Πάνω ακριβώς από την πύλη υπάρχει η «καταχύτρα» η «τρύπα του φονιά», με την οποία έριχναν στους πειρατές και τούς εισβολείς που προσπαθούσαν να σπάσουν την πόρτα καυτό λάδι ή μολύβι.

Παρόμοιες δημοσιεύσεις

Μοιράσου το

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *